Βρέθηκα πριν από λίγο καιρό σε συναυλία αγαπημένης μου μπάντας, για την οποία είχα αγοράσει εισιτήριο πρώτη μέρα της ανακοίνωσης. Λίγους μήνες μετά την ανακοίνωση του live, ακολούθησε η ανακοίνωση του supporting act: μία μπάντα που χαίρει τεράστιας εκτίμησης και αναγνώρισης από το ελληνικό κοινό, αλλά προσωπικά όταν τους ακούω εύχομαι να τελειώσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα είτε η μουσική τους είτε η ζωή μου. Δύο αποσαφηνίσεις: πρώτον, καμία από τις δύο μπάντες δεν θα κατονομαστεί, ώστε να μην έχουμε παρατράγουδα (pun intended). Δεύτερον, ακόμη κι αν κάποιος καταλάβει την μπάντα που πρόκειται να σκουπιδιάσω (χωρίς στην πραγματικότητα να το αξίζει), κρατηθείτε γερά, ασκήστε αυτοέλεγχο και μη με κυνηγήσετε με δίκρανα και πυρσούς. Θα πω απλά την αποψάρα μου, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε αυτήν τη μπάντα, αλλά σε πολλές περισσότερες που ακολουθούν παρόμοιες τακτικές στην τραγουδοποιΐα τους. Αν δεν σας αρέσει, ξύδιον.
Μετά από όλην αυτήν την εισαγωγή, καιρός να ξεράσω χολή. Η μπάντα στην οποία αναφέρομαι έχει ένα ύφος με σχετικά βαρύ ήχο, ένταση και μέγεθος (θα το έλεγες και soundwall) το οποίο κατ’ αρχήν δεν θεωρώ και τόσο καλαίσθητο. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημά μου, διότι πρόκειται για ένα ύφος πολύ δημοφιλές και σεβαστό, που εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό στην ακρόαση. Απλά δεν είναι για εμένα. Το πρόβλημά μου είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισης της μπάντας (περί τα 45 λεπτά), ο τραγουδιστής ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙ ΤΟ ΡΗΜΑΔΙ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ. Εάν εξαιρέσουμε την αρχή και το τέλος των τραγουδιών και κάποια περάσματα μέσα στα κομμάτια τα οποία ήταν τόσο λίγα που θα μπορούσαν να είναι και ανύπαρκτα, ο τύπος τραγουδούσε σε όλη τη διάρκεια του κομματιού. Και ήταν μία φωνή και ένα ύφος τραγουδιού τόσο φιγουρατζίδικο και πομπώδες που μου προκαλούσε μία ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση κορεσμού και δυσαρέσκειας.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το συγκρότημα, θέλω να ζητήσω από τους απανταχού μουσικούς: σας θερμοπαρακαλώ, αφήστε τη μουσική σας να είναι μουσική. Αφήστε τη μουσική σας να αναπνεύσει. Χρησιμοποιήστε αμιγώς instrumental περάσματα, σόλο και παύσεις χωρίς τσιγκουνιά. Τραγουδιστές, σας παρακαλώ μην προσπαθείτε να επιβάλετε τη δική σας προβολή για να ικανοποιήσετε το εγώ σας, και οργανοπαίχτες σας παρακαλώ μην το επιτρέπετε. Αυτό μπορεί και πρέπει να ειπωθεί, φυσικά, και για οποιοδήποτε μέλος ενός μουσικού σχήματος το οποίο θέλει (και καταφέρνει πολλές φορές) να μονοπωλήσει τη σκηνική παρουσία και να τραβήξει όλο το φως του προβολέα στην καλογυαλισμένη καράφλα του. Κανένα συγκρότημα δεν πρέπει να λειτουργεί μονάχα ως backing track για τον επηρμένο frontman. Δεν υπονομεύει μονάχα τα υπόλοιπα μέλη, αλλά και την παραγόμενη μουσική στο σύνολό της. Καταλαβαίνω ότι ένας τραγουδιστής θα ενθουσιαστεί λίγο περισσότερο ακούγοντας Leprous, ένας κιθαρίστας θα ακούσει πιο εύκολα Stevie Ray Vaughn και ένας μπασίστας θα νιώσει και ο ίδιος ξεχωριστός ακούγοντας Jaco Pastorius. Αλλά ποντάρω ότι όλοι θα είναι πολύ πιο ευχαριστημένοι με ένα συγκρότημα όπως οι Rush, οι οποίοι δεν σκέφτονταν μονάχα τους εαυτούς τους και να αναδείξουν πόσο γαμιστεροί παίχτες είναι (που είναι/ήταν – RIP Neil Peart), αλλά σέβονταν και τον ακροατή τους και την μουσική που παρήγαγαν.
Αντιλαμβάνομαι ότι ως μουσικός και ο ίδιος, μπορεί να έχω μία επιπλέον προκατάληψη, διαφορετική αντίληψη και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις από τη μουσική που ακούω. Αλλά προτού με υποδείξετε ως βρωμιάρη και σιχαμερό gatekeeper, να πω ότι η μουσική δεν είναι το τσόλι μας που το τραβολογάμε και το ξεχειλώνουμε προς όφελός μας και για να ικανοποιήσουμε κάποια ιδιοτελή μας ανάγκη. Είμαστε όλοι υπηρέτες της τέχνης μας, και ποτέ το αντίστροφο, με σεβασμό προς αυτήν, τον δέκτη της και τον εαυτό μας.ξεχωριστός ακούγοντας Jaco Pastorius. Αλλά ποντάρω ότι όλοι θα είναι πολύ πιο ευχαριστημένοι με ένα συγκρότημα όπως οι Rush, οι οποίοι δεν σκέφτονταν μονάχα τους εαυτούς τους και να αναδείξουν πόσο γαμιστεροί παίχτες είναι (που είναι/ήταν – RIP Neil Peart), αλλά σέβονταν και τον ακροατή τους και την μουσική που παρήγαγαν.
Αντιλαμβάνομαι ότι ως μουσικός και ο ίδιος, μπορεί να έχω μία επιπλέον προκατάληψη, διαφορετική αντίληψη και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις από τη μουσική που ακούω. Αλλά προτού με υποδείξετε ως βρωμιάρη και σιχαμερό gatekeeper, να πω ότι η μουσική δεν είναι το τσόλι μας που το τραβολογάμε και το ξεχειλώνουμε προς όφελός μας και για να ικανοποιήσουμε κάποια ιδιοτελή μας ανάγκη. Είμαστε όλοι υπηρέτες της τέχνης μας, και ποτέ το αντίστροφο, με σεβασμό προς αυτήν, τον δέκτη της και τον εαυτό μας.




