Ανάμεσα στις άκρως αξιοκρατικές επιλογές της φετινής διοργάνωσης του Φεστιβάλ Καννών, βρέθηκε και η πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτις Σκάρλετ Γιόχανσον, που διαγωνίστηκε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» με την ταινία «Eleanor the Great», «η Τρυφερή Καρδιά της Έλενορ» στα ελληνικά. Η Έλενορ (Τζουν Σκουίμπ) είναι μια υπερήλικη συνταξιούχος που συγκατοικεί με την, Εβραϊκής καταγωγής και επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, κολλητή της, Μπέσι, στην Φλόριντα, όπου απολαμβάνουν η μία την παρέα της άλλης. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα η Έλενορ ξυπνά για να ανακαλύψει ότι η Μπέσι «έφυγε» στον ύπνο της, ενώ μόλις το προηγούμενο βράδυ εξομολογούνταν στην Έλενορ με πάσα λεπτομέρεια την ιστορία της επιβίωσής της τα χρόνια του πολέμου. Ως αποτέλεσμα ο κόσμος της Έλενορ αναστατώνεται, και η ίδια παίρνει μια απόφαση να αφήσει τη Φλόριντα για να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη από την οποία κατάγεται, όπου επανενώνεται με την μόνη μητέρα καριερίστρια κόρη της και τον εγγονό της.
Δίχως να θέλει να επιβαρύνει τους συγγενείς της, αναζητά μια ομάδα στήριξης για να αντιμετωπίσει την απώλεια της φίλης της. Μόνο που καταλήγει, κατά λάθος, σε μια ομάδα ηλικιωμένων επιζώντων του Ολοκαυτώματος και, θέλοντας να δουλέψει κάπως τον πόνο της απώλειας, αφομοιώνει την σπαρακτική ιστορία της Μπέσι ως δική της, κερδίζοντας αμέσως την αποδοχή των μελών της ομάδας. Για καλή ή κακή της τύχη, τραβάει την προσοχή μιας νεαρής φοιτήτριας δημοσιογραφίας, Νίνα, κόρης του «καυτού» μεγαλοδημοσιογράφου της τηλεόρασης που παρακολουθούσαν καθημερινά η Έλενορ με την Μπέσι, η οποία την προσεγγίζει με στόχο να παρουσιάσει στον πατέρα της το θέμα ως ιστορία ανθρώπινου ενδιαφέροντος και να γίνει απόσπασμα στην άκρως επιτυχημένη εκπομπή του. Οι δυο γυναίκες βρίσκουν η μία στην άλλη μια παρηγοριά ως προς τις απώλειες που θρηνούν – η Έλενορ για την Μπέσι και η Νίνα για την μητέρα της. Όπως είθισται σε παρόμοιες ταινίες, όλο το μπέρδεμα θα κορυφωθεί μόλις η κόρη της Έλενορ ανήσυχη, στην προσπάθεια να ανακαλύψει που χάνεται διαρκώς η μητέρα της, ανακαλύπτει ντροπιασμένη ότι εκείνη υποκρίνεται το τραύμα της φίλης της ανάμεσα σε άλλους «τραυματίες», με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η αλήθεια και συνεπώς να αποξενώσει την Έλενορ από τα «θύματα» της πλεκτάνης της.
Αυτό που ήθελε να είναι μια γλυκιά ιστορία για ανθρώπους που αναζητούν τρόπους να αντιμετωπίσουν την απώλεια και την μοναξιά τους, λαμβάνει περίεργες διαστάσεις μέσα σε ένα τεταμένο γεωπολιτικό κλίμα. Διότι, μπορεί πριν 4-5 χρόνια να μπορούσαμε να προσπεράσουμε την ταινία ως μια ακόμα Γουντιαλενική κόπια Νεουορκέζικου quirky εβραϊσμού, όμως σήμερα η επιλογή του συγκεκριμένου σεναρίου διεγείρει άβολα ερωτήματα όσον αφορά το timing. Δηλαδή πως μια καταξιωμένη και διεθνούς φήμης ηθοποιός, όπως η Σκάρλετ, επιλέγει να υπογράψει ως πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, μια ταινία που εμμέσως πλην σαφώς προσπαθεί να υπογραμμίσει την φρίκη του Ολοκαυτώματος, κατά του Εβραϊκού λαού συγκεκριμένα, εκμαιεύοντας συμπάθεια ως προς αυτόν, σε μια εποχή που αυτή μοιάζει σαν να έχει εξαντληθεί παγκοσμίως. Σαν να λέμε δηλαδή η Σκάρλετ 2 χρόνια τώρα ευαισθητοποιήθηκε μονάχα για να αντισταθεί στον αντισιωνισμό που στην Αμερική, και όχι μόνο, βαφτίζεται ως αντισημιτισμός.
Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση, είναι το κατα πάσα πιθανότητα αθέμιτο αφήγημα που προκύπτει μέσα από την ιστορία, το οποίο παρουσιάζει μια γυναίκα να εργαλειοποιεί το τραύμα του Ολοκαυτώματος για να γίνει συμπαθής στα μάτια του περίγυρου. Όπως ακριβώς συμβαίνει, δηλαδή, και στο παγκόσμιο προσκήνιο από το κράτος του Ισραήλ και τους δημαγωγούς του ανά τον κόσμο, από τη σφαγή της Νάκμπα το 1948 μέχρι και σήμερα. Η Γιόχανσον δεν πρόκειται φυσικά να αντιμετωπίσει σκληρή κριτική, μιας και η ταινία δεν συνάντησε ιδιαίτερη επιτυχία για να μπει στο στόχαστρο μεγαλύτερου κοινού, ως αποτέλεσμα κυκλοφόρησε στην κινηματογραφική διανομή σε ελάχιστες χώρες, όπως το Ισραήλ άλλωστε.




