flexile-white-logo

Luigi Mangione: Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο

από | Δεκ 4, 2025

Ήταν μόλις η τέταρτη μέρα του Δεκέμβρη, του σωτήριου έτους 2024, όταν η στολισμένη για Χριστούγεννα Νέα Υόρκη ταράχθηκε από μια σειρά πυροβολισμών στην περιοχή του Midtown. Ο εκατομμυριούχος Μπράιαν Τόμσον, τσέο (CEO) της United Healthcare, τεράστιας ασφαλιστικής εταιρείας που κάλυπτε τα υγειονομικά προγράμματα 50 εκατομμυρίων Αμερικάνων πολιτών, αποσπώντας από αυτούς τζίρο 280 δις δολαρίων, βρισκόταν στην πόλη για το ετήσιο meeting των επενδυτών. Εκεί που περπατούσε κατά μήκος της 54ης οδού μέχρι το Χίλτον όπου διέμενε, και προτού προλάβει να κοντοσταθεί, τρεις σφαίρες θα τον έστελναν σε οριζόντια θέση.

Σκηνικό βγαλμένο από μαφιόζικη ταινία, και καθόλου συνηθισμένο αυτά τα χρόνια να συμβαίνει στο κέντρο του Μανχάταν, ο δράστης περίμενε υπομονετικά τον Τόμσον να εμφανιστεί, προτού τον πλησιάσει από πίσω και να τον κουμπουριάσει εις τριπλούν, χρησιμοποιώντας ένα 3D printed πιστόλι με σιγαστήρα. Για κακή του τύχη βέβαια, βρισκόμαστε στην εποχή όπου οι μεγαλουπόλεις παρακολουθούνται όλο το 24ωρο από κάμερες κλειστού κυκλώματος, και έτσι πολύ άμεσα οι αρχές είχαν στοιχεία για να προσεγγίσουν τον δράστη.

Ο δράστης έφτασε στο «Μεγάλο Μήλο» στις 24 του Νοέμβρη και διέμεινε σε ξενώνα φιλοξενίας στο Upper West Side, όπου πλήρωνε με μετρητά. Σύμφωνα με όσα κατέγραψαν οι κάμερες, τις μέρες πριν το χτύπημα βρέθηκε να παρακολουθεί το Χίλτον όπου διέμενε το θύμα, ενώ την ημέρα του συμβάντος, ο δολοφόνος κατέβηκε από το χόστελ του με ηλεκτρονικό ποδήλατο, πήρε το μετρό για μερικές στάσεις, και έκανε μια κρίσιμη στάση στα τοπικά Starbucks όπου προμηθεύτηκε νερό, καφέ και μερικές μπάρες δημητριακών, ενώ απαθανατίστηκε να φλερτάρει με νεαρή baddie λιγότερο από μισή ώρα πριν το χτύπημα.

Στη συνέχεια, αφού σκοτώσει τον Τόμσον εν ψυχρώ, διαφεύγει, πάλι με ηλεκτρικό ποδήλατο, και εισέρχεται στο Central Park, ελπίζοντας να χάσουν τα ίχνη του εκεί και ξεφορτώνεται την τσάντα πλάτης του, η οποία περιείχε το Tommy Hilfiger παλτό που φορούσε, καθώς και χρήματα από το επιτραπέζιο Monopoly. Έπειτα εξέρχεται από το πάρκο και παίρνει ταξί με Βορεινή κατεύθυνση, καταλήγοντας στα ΚΤΕΛ της γέφυρας George Washington. Στο μεταξύ, ο Τόμσον αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο.

Περιττό να πούμε ότι ήδη είχε ξεκινήσει ένα από τα πιο τρελά ανθρωποκυνηγητά που είχε σίγουρα καιρό να βιώσει η πόλη της Νέας Υόρκης, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες θεωρείται ότι «έχει καθαρίσει» από την εγκληματικότητα που την έκανε πρωταγωνίστρια στις ιστορίες του Μπάτμαν. Οι τρεις κάλυκες που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος ήταν χαραγμένοι με τις λέξεις «Delay-Deny-Depose», με την τελευταία να πρόκειται για τη θανατηφόρα βολή. Ένα μήνυμα που έμοιαζε έντονα με την φράση «Delay, Deny, Defend», σλόγκαν ανάμεσα στους ασφαλιστικούς κύκλους που αφορά τις πρακτικές μην αποπληρωμής διαφόρων απαιτήσεων.

Και εδώ ξεκινά να αναπτύσσεται ένα αφήγημα μη λύπησης για τον νεκρό αρχι(δο)ασφαλιστή. Γιατί ξαφνικά οφείλουμε να λυπηθούμε τον, ξαφνικό και πρόωρο μεν, θάνατο ενός ανθρώπου που χρησιμοποιούσε καθημερινά τη θέση του για να ανταλλάξει ανθρώπινες ζωές για επενδυτικά μπόνους. Όπως και να το δεις καταλήγεις πάντα στο ίδιο συμπέρασμα, ότι η υγειονομική κάλυψη είναι ανθρώπινο δικαίωμα και όχι πολυτέλεια, και φυσικά θα όφειλε να παρέχεται σε όλους δωρεάν (μέσω φορολογικής κάλυψης). Ενώ, ταυτόχρονα, οι Ρεπουμπλικάνοι του Τραμπ ετοιμαζόντουσαν να επιστρέψουν στον Λευκό Οίκο, με πρώτο μέλημα τους την αποδυνάμωση κάθε είδους κρατικής παροχής όσον αφορά τον τομέα της υγείας, ένας απρόσμενος αντιήρωας προκύπτει για να υπογραμμίσει αυτό το ζήτημα.

Η άρχουσα τάξη, με την πολύτιμη βοήθεια των ΜΜΕ, βέβαια έσπευσε να αποδομήσει το θετικό πρόσημο αυτής την δολοφονίας, προσπαθώντας να δημιουργήσει συμπάθεια για το πρόσωπο του Τόμσον, δίχως ιδιαίτερη επιτυχία. Κάθε ισχυρισμό υπεράσπισης του νεκρού CEO απέτυχε κόντρα στα αντεπιχειρήματα. Η λύπηση για την οικογένειά του εξαϋλώθηκε γρήγορα μόλις μαθεύτηκε ότι ο ίδιος βρίσκεται σε διάσταση από εκείνη και είχε να αντικρίσει τα παιδιά του αρκετούς μήνες. Αλλά το κύριο θέμα ήταν το «γιατί να νιώσω άσχημα για αυτόν με το αίμα των φίλων/γνωστών/συγγενών μου στα χέρια του, που τους αρνήθηκε την κάλυψη για την οποία άλλωστε πλήρωναν». Γιατί ποιος ένιωσε άσχημα για τους χιλιάδες αν όχι εκατομμύρια Αμερικάνους που έχασαν τη ζωή τους λόγω ενός διεφθαρμένου συστήματος που ευνοεί τις μεγάλες εταιρείες εις βάρους του.

Άσχετα όμως με την ιδεολογία του καθενός ένα ανθρωποκυνηγητό παραμένει συναρπαστικό, ειδικά όταν το κοινό θέλει τον δράστη να καταφέρει να διαφύγει από τα δίχτυα της δικαιοσύνης. Και αυτό συνέβη όχι μόνο λόγω ιδεολογικής στήριξης, αλλά σε μεγάλο βαθμό λόγω του ακαταμάχητου χαμόγελου του δράστη, όπως εμφανίστηκε στο βίντεο από την επίσκεψη του στα Starbucks και την καυλάντα που έπαιξε με την κοπελιά εκεί μόλις ένα τέταρτο πριν το φονικό. Για κάποιο λόγο, όπως μας έλεγαν στα αγόρια από μικρή ηλικία, ο κόσμος γουστάρει τα κακά παιδιά, ειδικά αν είναι καυτά. Βλέπε την περίπτωση του Τζέρεμι Μικς από το 2014, του οποίου η φωτογραφία σύλληψης έγινε viral δημιουργώντας το hashtag #feloncrushfriday. Ή την περίπτωση των αδερφών Μενέντεζ που αν και σκότωσαν τους γονείς τους παρέμειναν καυτά αγόρια ακόμα και μετά την καταδίκη τους. Και φυσικά ας μην ξεχάσουμε το αποκορύφωμα που είναι το χάρισμα του κατά συρροή δολοφόνου Τεντ Μπάντι ο οποίος έριχνε τα θύματά του φλερτάροντας.

Τις ημέρες που ακολούθησαν την εκτέλεση, η αστυνομία βρήκε την τσάντα που πέταξε ο δράστης στο πάρκο, ενώ κατάφερε με τα πλάνα των καμερών του CCTV, να ανακαλύψει το ακάλυπτο πρόσωπό του που είχε ως χαρακτηριστικό ένα σαγηνευτικό πλατύ χαμόγελο. Κάπως έτσι, πέντε μόλις μέρες έπειτα από το χτύπημα, η αστυνομία σε επαρχιακή πόλη της Πενσυλβάνια, ΄δέχεται ένα τηλεφώνημα από τα τοπικά ΜακΝτόναλντς όπου ένας εκ του προσωπικού ισχυρίζεται ότι ο δράστης βρίσκεται εντός του καταστήματος. Οι αρχές έσπευσαν στο σημείο και συνέλαβαν τον Λουίτζι Μαντζιόνε, ενώ στην κατοχή του βρίσκουν το όπλο με τον σιγαστήρα, ένα πλαστό δίπλωμα οδήγησης και ένα τρισέλιδο μανιφέστο κατά του Αμερικανικού συστήματος υγείας. Να σημειωθεί ότι ο αφελής ρουφιάνος που τον κατέδωσε στις αρχές, δεν έλαβε ποτέ το ποσό των 60,000 δολαρίων της επικήρυξης, καθώς ένα παραθυράκι στη νομοθεσία δεν του το «επέτρεψε». Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις αποπληρωμές των ασφαλιστικών εταιρειών.

Για ένα μικρό διάστημα πριν τη σύλληψή του, το κοινό ήταν πεπεισμένο ότι πρόκειται για επαγγελματικό χτύπημα και ότι ο θύτης θα διέφευγε των αρχών. Η αποκάλυψη ότι μπορεί να υπήρξε τόσο αφελής ώστε να εμφανιστεί σε δημόσιο χώρο κουβαλώντας και το όπλο του φόνου πάνω του, απέδειξε ότι ο Λουίτζι, δεν πρόκειται για επαγγελματία εκτελεστή. Το μανιφέστο του στοχοποιούσε τις τεράστιες εταιρείες που ελέγχουν τον κόσμο, όπως η Apple και η Google ενώ μιλούσε για το πόσο διεφθαρμένο σύστημα έχει η χώρα του που αν και η πλουσιότερη στον κόσμο βρίσκεται πολύ χαμηλά σε άλλους δείκτες και συγκεκριμένα στο νούμερο 42 όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής. Τα κίνητρά του δείχνουν καθαρά ιδεολογικά, ενώ αποδίδεται μια προσωπική εμπλοκή στην επίσκεψη του σε νοσοκομείο ένα χρόνο νωρίτερα λόγω πάθησης στη μέση του. Η αστυνομία, σαν κριτικοί λογοτεχνίας, παρατήρησαν ότι ο Μαντζίονε πήρε έμπνευση από τον διαβόητο βομβιστή «Unabomber», αφού παρατήρησαν την κριτική του Λουίτζι για το βιβλίο του σε σχετική ιστοσελίδα.

Μετά τη σύλληψή του, ο κατηγορούμενος Λουίτζι, οδηγήθηκε από μια κωμικά τεράστια κουστωδία μελών διαφόρων σωμάτων ασφαλείας στον ανακριτή. Παράλληλα, στήθηκε μια GoFundMe πλατφόρμα για να καλύψει τα νομικά του έξοδα, και για να μπορεί να προμηθεύεται πράγματα από το κυλικείο της φυλακής. Η αρχική πλατφόρμα διαγράφηκε, ο δικηγόρος του Μαντζιόνε έκανε λόγο για ελευθερία του λόγου, ενώ την συνέκρινε με τις δωρεές που κάνουν οι (δις)εκατομμυριούχοι σε πολιτικές καμπάνιες. Εντέλει μια σελίδα παρέμεινε ενεργή και ενισχύθηκε με γύρω στα 1.3 εκατομμύρια δολάρια. Εκτός από την οικονομική στήριξη, ο Λουίτζι λάμβανε καθημερινά και ψυχολογική, καθώς πολλές θαυμάστριες (και θαυμαστές) του, έστελναν γυμνές φωτογραφίες τους, πράγμα που τον ώθησε να τοποθετηθεί δημόσια και να τους ζητήσει ταπεινά, «μόνο 5 φωτό ανά άτομο παρακαλώ».

Η κοινή γνώμη παραμένει διχασμένη πάνω στο πρόσωπό του. Για πολύ κόσμο ο Λουίτζι έχει αναχθεί σε λαϊκό ήρωα. Έναν άνθρωπο που μέσα από τη δική του αυτοθυσία, και λέω θυσία γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να παραμείνει ζωντανός, πρέπει άλλωστε να εξαϋλωθεί κάθε σπιθαμή αντίστασης στην άρχουσα τάξη, απέδειξε σε αυτήν ότι ισχύει ο νόμος του δρόμου και το «fuck around and find out». Στη δική μας χώρα, για παράδειγμα, οι πολιτική εξουσία το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, εξού και οι αμείλικτες προσπάθειες να ξεριζώσουν κάθε οργάνωση που διέπραττε «ένοπλο αγώνα», και έπειτα απέκτησαν το θράσος με το οποίο κυβερνούν σήμερα. Οι Αμερικάνοι ορθώς και τρέμουν τους πιθανούς μιμητές του Μαντζιόνε, τουλάχιστον οι πιο βολεμένοι και σε θέσεις ισχύος.

Ο Λουίτζι Μαντζιόνε βέβαια δεν ήταν κάποιος παραγκωνισμένος από το σύστημα, δεν ήταν κάποιος που έχασε δικό του άνθρωπο στο ιατρικό σύστημα, όπως τόσοι άλλοι, ήταν ένας νεαρός από ευκατάστατη οικογένεια με αδερφό που ακολουθεί πολιτική καριέρα, που πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και έπειτα σπούδασε μηχανολογικά και υπολογιστές με κατεύθυνση προς την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ εργάστηκε ως πρακτηκάριος στην κατασκευή του δημοφιλούς βιντεοπαιχνιδιού Civilization VI. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε εξελιχθεί, δηλαδή, ταξικά, στον στόχο τον οποίο κατηγορείται ότι εξουδετέρωσε. Οι ιδεολογικές του καταβολές αποδείχθηκαν εξίσου μπερδεμένες, καθώς ο Λουίτζι ακολουθούσε πολιτικά πρόσωπα από τα δυο άκρα του φάσματος, από την σοσιαλοδημοκρατική Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ, μέχρι τον σημερινό υπουργό υγείας του Τραμπ, και γνωστό αντιεμβολιαστή, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ.

Ίσως η ίδια η πράξη να φέρει μεγαλύτερη βαρύτητα από τον άνθρωπο που την διέπραξε. Διότι, αυτή τη στιγμή ζούμε σε έναν κόσμο που το όμορφο πρόσωπο του Λουίτζι (no homo), έχει αναχθεί σε σύμβολο αντίστασης κατά των υπερπλουσίων, φιγουράροντας μεταξύ άλλων σε γκράφιτι ανά τον κόσμο μαζί με το σλόγκαν «Delay-Deny-Depose», ενώ οι λιγότερο πολιτικοποιημένοι φορούν μπλούζες με το πρόσωπο του και τους στίχους της Taylor Swift «But Daddy, I Love Him». Και φυσικά όσοι παρακολούθησαν την διαδικασία παράδοσής του στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης θα παρατήρησαν το μπορντό πουλόβερ το οποίο ευθύς εξαντλήθηκε από όσα καταστήματα το διέθεταν. Ο Λουίτζι έχει καταλήξει να πουλάει τόσο, που πριν μερικούς μήνες η Κινεζική πλατφόρμα φθηνού ρουχισμού (της πούτσας) Shein, διαφήμιζε ρούχα της που τα φορούσε ο Μαντζιόνε μέσω χρήσης AI, κάτι που αφαιρέθηκε γρήγορα, αλλά όχι αρκετά για να αποφύγουν το ρεζιλίκι. Πάραυτα, το εν λόγω ρούχο εξαντλήθηκε στα περισσότερα νούμερα.

Η ιστορία απέκτησε τέτοιο virality που αργά ή γρήγορα θα την πετύχετε σε κάποια πλατφόρμα σε μορφή docuseries ενώ ο Ράιαν Μέρφι, δημιουργός του «Glee» και των «American Horror/Crime Story», έχει ήδη εκφράσει την επιθυμία του να την ενσωματώσει ως κύκλο της σειράς του «Monster».

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η Παρασκευή του Βλάκα

Τον Σεπτέμβριο του 1869, στις μόλις ξανά Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, δύο επενδυτές συνωμοτούσαν για το πώς θα μπορέσουν να μονοπωλήσουν την αγορά του χρυσού και να...

Labubu ή Lafufu;

Νέα τερατάκια έχουν κατακλύσει την παγκόσμια αγορά. Τα λούτρινα δαιμόνια που επινοήθηκαν από Κινέζο σχεδιαστή, με την λογική ότι πρόκειται για ζωάκια συναισθηματικής...

Rant: Λεωφορεία στον Δρόμο της Οργής

Πριν λίγο καιρό τα λέγαμε για την απελπιστική κατάσταση που επικρατεί καθημερινά στο μετρό (της Αθήνας, στη Θεσσαλονίκη ακόμα δεν ξέρω αν έχει κάποια πρακτική...